διαφέρομαι


διαφέρομαι
pass. πρός (с вин. п.) спорю с кем

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "διαφέρομαι" в других словарях:

  • διαφέρομαι — διαφέρω carry over pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφέρω — (ΑΝ) και διαφέρνω (ΜΝ) 1. έχω διαφορά, είμαι ανόμοιος, διάφορος, ξεχωρίζω («αυτά τα χρώματα διαφέρουν») 2. είμαι διαφορετικός από άλλο («σὺ νῡν διάφερε τῶν κακῶν», Ευρ. Ορ.) 3. υπερέχω, διακρίνομαι, είμαι ανώτερος, πλεονεκτώ («διαφέροντες καὶ… …   Dictionary of Greek

  • παραδιαφέρομαι — Α πλέω κατά μήκος ενός τόπου («παραδιενεχθεὶς περὶ... τὰς Γυμνησίας νήσους», Στράβ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + διαφέρομαι «μεταφέρω, μεταβιβάζω»] …   Dictionary of Greek

  • ՇՐՋԻՄ — (եցայ, եա՛ց կամ եա՛.) NBH 2 0499 Chronological Sequence: Unknown date ձ. περιπατέω, περιέρχομαι, διοδεύω , διαφέρομαι եւ այլն. ambulo, deambulo ἁκολουθέω sequor διατρίβω commoror եւ այլն. Շուրջ գալ, շրջագայիլ. քայլել. գնալ. զգնալ. ճեմել. յածիլ.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)